prêmêniti

prêmêniti,
etiam:
HR
EN
GR

ἀντικαταλλάσσεσθαι, μεταβάλλειν, ἀλλάσσειν, μεταβάλλειν, μεταλλάσσειν, μεταλλάσσεσθαι, μισεῖσθαι, ἀνταλλάσσεσθαι, περιαιρεῖν (περιελεῖν)

LA

commutare, immutare, movere, mutare, ostendere, permutare, praeterire, redigere, transagere, transferri

Cf.

S