ležati

ležati,
etiam:
HR
EN
GR

ἁποκεῖσθαι, κοιμᾶσθαι, ἁνάκειμαι, προκεῖσθαι, κεῖσθαι, ἁπόκειμαι, ἐπικεῖσθαι, κεῖμαι, καθίζεσθαι, κατακεῖσθαι, καταχεῖσθαι, ἁρσενοκοίτης, παρακοίτης

LA

iacere, ponere, statutum esse, latere, poni, recumbere, onus esse, accubare, concubina

Cf.

S