lьstivь

lьstivь,
etiam:
HR
EN
GR

φρόνιμος, δόλιος, δολιότης – δολιότητος, ψευδός, δόλος, φρόνιμος, πλάνη – τῆς πλάνης, δολερός

LA

dolosus, dalax, falsus, subdolus, mendax, callidus

Cf.

S