prišlьcь

prišlьcь,
etiam:
HR
EN
GR

πάροικος, προσήλυτος, ἀπηλλοτριωμένος (ptcp. perf.), παροικεῖν, παροικῶν (ptcp. praes.), ἐπιδημεῖν, παρεπίδημος, γ(ε)ιώρας, πάροκος, παροικεῖς, προσήλυτος

LA

gens, advena, extraneus, incola, peregrinus, proselytus, pupillus

Cf.

S