pomisliti

pomisliti,
etiam:
HR
EN
GR

συνιέναι, ἐπιθυμεῖσθαι, ἔρχεσθαι, νοέω, ῥυθμέω, μελετᾶν, διανοεῖσθαι, κατασκέπτεσθαι, διαλογίζεσθαι, λέγειν, διανοέω, ἐνθυμεῖσθαι, ἐπινοεῖν, παρατάττεσθαι, ἐπιστρέφειν, ἐννοεῖν, λογίζεσθαι, λογίζομαι, νοέω, μελετάω, λογίζεσθαι, μεριμνᾶν, βουλεύεσθαι

LA

aio, advertere, cogitare, cognoscere, concupiscere, considerare, deliberare, *ducere?, meditari, proponere, reverti, excogitare

Cf.

S